Ιστορική νίκη των Ελλήνων κατά του στρατού του Ιμπραήμ Πασά.





Σχετική εικόνα








Στα λαγκάδια ο Πλαπούτας, κι ο Πετιμεζάς στη ράχη,
Στα βουνά ο Αντραβιδιώτης, κλέφτες γέμισαν οι βράχοι,
Καίει ολούθε και τους κοκκινοφορεμένους * συνεπαίρνει η οργή
Χάνονται και λιγοστεύουν σαν να τους ρουφά η γη.

Δημοτικό τραγούδι



 του Περικλή Δ.Καπετανόπουλου



Στο χωριό Πόρτες,  το οποίο  είναι κτισμένο πάνω στο βουνό Σκόλλις ,(που ονομάζεται και Σανταμεριάνικο βουνό), οχυρώθηκαν, τον Απρίλιο του 1827,  λίγοι Ηλείοι αγωνιστές με επικεφαλής τον Καπετάν Κωνσταντή Ανδραβιδιώτη και τον αδελφό του, Καπετάν Χρήστο.
Στο χωριό είχαν καταφύγει περισσότερα από χίλια γυναικόπαιδα  από τον κάμπο της Ηλείας για να αποφύγουν την αιχμαλωσία από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ Πασά, που πραγματοποιούσαν αλλεπάλληλες επιδρομές, στα πεδινά και τα ορεινά, από τα ορμητήρια τους που βρίσκονταν στα μεσσηνιακά κάστρα.
Στις 6 Απριλίου 1827, μια κολώνα από 8.000 πεζούς και καβαλλαραίους από το στρατό του Ιμπραήμ Πασά, επιτέθηκε στους Έλληνες αγωνιστές, οι οποίοι είχαν οχυρωθεί στην εκκλησία του χωριού «Ανάληψη» και σε άλλα οχυρά σημεία, με τα γυναικόπαιδα  στις «πλάτες» τους, τα οποία είχαν  ασφαλίσει  σε μια μεγάλη σπηλιά που υπάρχει στην άκρη του χωριού.
Αλλά, πριν αναφερθούμε στη μάχη, ας δούμε τι είχε προηγηθεί.

Επιδρομή Ιμπραήμ στην Ηλεία

Το 1827 ο Ιμπραήμ συνέχιζε την προσπάθεια του , να εξαφανίσει από το χάρτη, όλα εκείνα τα χωριά και τους αγωνιστές που δεν είχαν προσκυνήσει.
Πραγματοποιούσε στοχευμένες επιθέσεις, για να τσακίσει κάθε εστία αντίστασης, βάσει ενός καλά μελετημένου σχεδίου, και  αξιοποιώντας τις πληροφορίες που συνέλλεγε από τους κατασκόπους του, Τούρκους και Έλληνες (βλέπε Νενέκος και τουρκοπροσκυνημένοι).
Έτσι αρχές Απριλίου 1827 ο Αιγύπτιος στρατάρχης ξεκίνησε από τη Μεσσηνία, για μια ακόμα επιδρομή εναντίον των ανυπότακτων Ελλήνων, που ακολουθώντας την προσταγή του Κολοκοτρώνη, είχαν επιδοθεί σε έναν ανελέητο ανταρτοπόλεμο εναντίον των Αιγυπτίων.  Ο στρατός του πέρασε  πρώτα  από  την Ανδρίτσαινα  και τη Λιοδώρα της Γορτυνίας λεηλατώντας και καίγοντας. Εκεί χώρισε το στρατό του σε δυο κολώνες. Η πρώτη κολώνα  ξεκίνησε για το Μπέλεσι, και τελικά κατέληξε στις Πόρτες.
Η δεύτερη κολώνα, πέρασε τον Αλφειό την νύχτα της 5ης προς 6η Απριλίου , (την Τετράδα της Διακαινησίμου), συνέλαβε τους σκοπούς κοιμώμενους ,και  επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον του Πύργου. Άλλους από τους κατοίκους έσφαξε, άλλους αιχμαλώτισε και άλλοι πρόλαβαν και έφυγαν προς τη θάλασσα και τα ψηλώματα.
Η κολώνα αυτή, αφού επέφερε πολλές καταστροφές και αιχμαλώτισε πλήθος γυναικόπαιδα (Μονή Κρεμαστής, Κατάκωλο, Φραγκοπήδημα), τράβηξε για  στο κάμπο της Γαστούνης.
 Πολλά γυναικόπαιδα, ακούγοντας ότι έρχονται οι Τούρκοι,  έτρεξαν να κλειστούν στο κάστρο Χλεμούτσι καθώς και οπλοφόροι υπό τον Μιχαήλ Σισίνη.

 
Μάχη στις Πόρτες

Η πρώτη κολόνα που ξεκίνησε από το Μπέλεσι, πέρασε από τα χωριά της Κάπελης, αιχμαλωτίζοντας και καταστρέφοντας και το πρωί της 6ης Απριλίου 1827 βρέθηκε μπροστά από τον Καπεταν Κωνσταντή Ανδραβιδιώτη και τα παλικάρια του, που είχαν οχυρωθεί στις Πόρτες. Οι Τούρκοι πρότειναν στους οχυρωμένους  Έλληνες να παραδοθούν με εγγύηση της ζωης και της τιμής τους, αρκεί να προσκυνούσαν αλλά η πρόταση τους απορρίφθηκε και άρχισε η μάχη.
Οι περισσότεροι Έλληνες είχαν οχυρωθεί μέσα και γύρω από την εκκλησιά του χωριού « Ανάληψη», που βρίσκεται σε ύψωμα το οποίο δεσπόζει της γύρω περιοχής. Γύρω από την εκκλησιά υπήρχε μαντρότοιχος από ξερολιθιά. Στους τοίχους της εκκλησιάς οι Έλληνες άνοιξαν ντουφεκίστρες και αποθήκευσαν μπαρουτόβολα και ζαιρέ.
Οι στρατιώτες του Καπετάν Ανδραβιδιώτη δεν ξεπερνούσαν τους 150. Η αριθμητική υπεροχή του εχθρού ήταν συντριπτική. Οχτώ χιλιάδες Αιγύπτιοι(8.000) στρατιώτες υπό τον Ομέρ Πασά, εκπαιδευμένοι από Γάλλους αξιωματικούς, έκαναν αλλεπάλληλες επιθέσεις για να «πατήσουν» τα ταμπούρια των Ελλήνων, αλλά μάταια. Κάθε φορά υποχωρούσαν με σημαντικές απώλειες. Το "βραχοτάμπουρο" της Αγιάς Σωτήρως άντεξε στα γιουρούσια των Αιγυπτίων και ντόπιων Τούρκων, και δεν μπόρεσαν να το "πατήσουν". Στα ριζά του βράχου, έξω από την εκκλησία του χωριού, υπάρχει ακόμα το "πουρνάρι του τσαούση". Έτσι ονόμασαν οι ντόπιοι  το σημείο που έπεσε.  Η μάχη κράτησε οχτώ ώρες. Στο τέλος, οι Τούρκοι υποχώρησαν  και στράφηκαν προς τον κάμπο, περνώντας από το Τραγανό και φτάνοντας στο Μοναστήρι της Αγίας Ελεουσας.

Απολογισμός

Οι απώλειες των Τούρκων ξεπέρασαν τους εκατό νεκρούς και πολλοί περισσότεροι ηταν οι τραυματίες. Από τους Έλληνες  σκοτώθηκαν δέκα, μεταξύ των οποίων και ο Καπεταν Χρήστος Παπαδημητρόπουλος, αδελφός του Καπετάν Κωνσταντή και οι δυο αδελφοί του πατέρα του, Νικολούτσος και Αθανάσιος Δρακόπουλος.
Οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να αιχμαλωτίσουν κανένα γυναικόπαιδο, ούτε να κάψουν το χωριό.
Η μάχη αυτή ήταν μια από τις τελευταίες που έδωσαν οι Έλληνες εναντίον του Ιμπραήμ Πασά, και μια από τις λίγες νικηφόρες, σε κατά μέτωπο μάχη.
 Στην ιστορική εκκλησία του χωριού Πόρτες, η οποία διασώζεται μέχρι σήμερα,  δεν υπάρχει ούτε μια αναμνηστική επιγραφή, να θυμίζει την ιστορική νίκη των Ελλήνων  στους νεότερους .

(* κοκκινοφορεμένοι αποκαλούνταν τους Έλληνες οι στρατιώτες του Ιμπραήμ, λόγω του κόκκινου χρώματος της  στολής που έφεραν).


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις